Ήθελε μια ανάσα να ξαποστάσει,
δεν υποψιαζόταν τίποτα
τόσες συννεφιασμένες νύχτες.
Πώς να διακρίνει ψεγάδι,
όταν η ψυχούλα της μύριζε
το άρωμα στο φίνο μπουκάλι;
Κι ήταν προσωπεία,
που μέσα τους κρύβονταν δαίμονες.
Έκλεβαν ώρες και σκορπούσαν.
Κι ήσουνα κι εσύ.
Χάρτινα όνειρα να ξετυλίγεις στο
φεγγάρι.
Κάτω στη γη, ο αέρας σκόρπισε το
άρωμα.
Ανήξερη όλα τα πίστευε.
Κρατούσε μυστικά και την ψυχή στα
δόντια.
Δακρυσμένα μάτια μέχρι να ξοφληθεί
το χρέος.
Δε βρέθηκε μια κοπέλα
σαν και του αδελφού σου για σένα,
μόνος, έλεγες..
Ένα και δύο προσωπεία
ευτυχώς,
ο αντίλαλος της φωνής της
την ξύπνησε..
tuki

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου