Κρυμμένος βαθιά ήταν ο δαίμονας
που ακάλεστος βγήκε
έκανε τις βάρκες στην προβλήτα να
χοροπηδούν
έριχνε τοίχους σαν μανιακός λύγιζε
σίδερα
μέχρι που ακούστηκαν τα σήμαντρα.
Δεν άφησε κανέναν στο κρεβάτι
ούτε στη ζεστή του φωλιά
ελεύθερος από σχήματα αναμετρήθηκε
με την τάξη,
σκοτεινιασμένη ξημέρωσε η μέρα
μ’ ένα ξεγυμνωμένο γιατί..
Tο χάδι του ήλιου δεν έφτανε ν’ ανθίσει η ζωή
ο πανικός ζωγραφισμένος,
καλούσε την άνοιξη να ‘ρθεί.
Ταρακουνούσε κεραμίδια
Ο χρόνος κυλούσε.
Tα φώτα έπεσαν σ’ αυτούς
μες στα χαλάσματα έψαχναν την
ελπίδα.
Δεν ήμασταν εμείς, ούτε η φωνή μας
αυτή που σιγόκλαιε και καλούσε τα
παιδιά να μείνουν μακριά,
οι σειρήνες που έγιναν λόγια,
τόσες εικόνες
S.O.S.
για τροφή,
για ένα κρεβάτι γεμάτο υγρασία
πάνω στη χαραγμένη γη.
Ένα χεράκι που προσπαθούσε να
σωθεί,
ιδρώτας, φόβος και θυμός..
ιδρώτας, φόβος και θυμός..
Πόσο αστείοι είναι οι άνθρωποι,
αδύναμοι και δυνατοί,
κρύβονται τα πουλιά
λουφάζουν οι σκύλοι
σκόνη θολώνει τον ουρανό
η γη ανοίγει γιατί ξέρει
είναι πιο δυνατός ο δαίμονας, όλα
τα σαρώνει..
tuki

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου