Μια συστάδα κλαδιών μεγάλωναν κάθε
ημέρα.
Από καλοκαίρι μέχρι το άλλο
καλοκαίρι.
Πόσα μάτια δεν τα κοίταξαν και δεν
τα άγγιξαν.
Πόσα απ’ αυτά τα κλαδιά διακοσμούν
ανθοδοχεία.
Πόσοι δε στάθηκαν να δροσιστούν
και να τα φωτογραφίσουν.
Περνούσε ο αέρας μέσα τους κι
εκείνα χόρευαν βαλς.
Στις ηλιαχτίδες άλλαζαν χρώμα,
πότε φορούσαν σκόνη για φορεσιά
πότε φορούσαν κηλίδες.
Παντός καιρού, άφηναν τα όνειρα να
ταξιδεύουν.
Ερωτευμένοι έβρισκαν απάγκιο
σαν τα πουλιά που σταματούσαν για
λίγο.
Χάραζαν στον κορμό τους αρχικά μια
καρδιά
ελπίζοντας να τη δουν και του
χρόνου.
Στέκι του ψαρά που ετοιμαζόταν με
το καλάμι
ήταν η παραλία με τα αλμυρίκια στη
σειρά,
μια δρασκελιά δίπλα στο Φάρο.
Σου έφτιαχνε τη διάθεση για
τρέξιμο
ή για περίπατο μέχρι το λιμάνι
είχες πολλά να πεις με γυμνό μάτι
ή να ξεθολώσει ο νους κάτω από το
φεγγάρι.
Σπίτι μου έγινε και μ’ αγκάλιασε η
νοητή ευθεία,
ένα παράθυρο κορνίζα το
ηλιοβασίλεμα.
Τόσο γαλάζιο πίσω του έσερνε το
καράβι
κι εγώ, πάντα εκεί.
Ένα τσιγάρο ξόδευα να δω τον πόντο
που ψήλωναν.
Έφτανα στον Συνοικισμό «η παραλία με τα αλμυρίκια»
κι όπως του έβαζα τίτλο, η πένα
άνθισε. Τόσο πολύ τα θαύμαζα..
tuki
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου