Παλάμη γεμάτη γραμμές
βλέμμα που ήρθε κι έμεινε ακίνητο
κοιτάζει τα χρόνια των καιρών σελίδες
μαύρες,
πυκνογραμμένες κι η γη τρέμει ελαφρά
από το βάρος αυτών..
Γραμμές συνεχιζόμενες με παρακλάδια
και της ζωής η μοναδική κομμένη
φεύγει στο χρόνο αχνή..
Δεν προσέχει, δε δίνει σημασία
στα ίχνη της μέρας δε μιλάει κανείς;
Καταλαγιάζει ο νους
κι από πάνω ο ουρανός εξωπραγματικός
φεγγοβολά ελπίδα να κυκλοφορεί ο
αέρας όσος έμεινε..
Ένα άκεφο χαμόγελο, αφηρημένο
κι ένα αποχαιρετιστήριο νεύμα,
αφομοίωνε τη σημασία στο πρόσωπο
που στράγγιζε αίμα
για δυο λεπτά το μυαλό σταμάτησε,
προφητικά σημάδια ατσάλωναν την
πίστη.
Το θηρίο της περιέργεια, οι
κουμπωμένες απαντήσεις
αμυδρές μνήμες αναδευόταν αλλά
όραση θαμπή
στο τραπεζάκι του παιγνιδιού βιαστικός,
με τη βαλίτσα στο χέρι αλλά ευτυχισμένος
την άφηνε για να πάει στην άλλη..
Κύριε!
Βγαίνει η ψυχή αφήνει το σώμα,
αιωρείται στο κενό
χωρίς να’ χει ακόμη ξεψυχήσει, μήτε
μιλιά βγαίνει από το λάρυγγα.
Σ’ ένα δίχτυ τυλιγμένη έχασε το δρόμο
της και βγήκε στη στεριά..
Πόσο θα ‘θελε να ‘ναι η ώρα οκτώ, οκτώ
και μισή, να’ χει φύγει κιόλας,
η ώρα του βραδινού φαγητού να ‘ναι
σίγουρη για τη μοναξιά της!
Όμως μόλις είχε σημάνει έξι. Κάθε
λεπτό σερνόταν ατέλειωτο.
Ο άνεμος έκανε το πατζούρι να
τρίζει σαν κάποιος να περπατούσε.
Τα ρούχα κολλούσαν στο ιδρωμένο
κορμί, καιγόταν
και στο μυαλό χιλιάδες σκέψεις.
Έπρεπε ν’ ανάψει κεριά, να διώξει
το σκοτάδι
να αποτελειώσει τις ξεχασμένες
ενδείξεις τίποτα να μην υπάρχει.
Άνοιγε τα συρτάρια, κοίταζε τις ντουλάπες
όλα κενά, τίποτα ξεχασμένο.
Κανένα αναμνηστικό, κανένα σημάδι
που να φανερώνει την παρουσία του.
Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει
και οι χτύποι να επαναλαμβάνονται
σαν να είχε δυο καρδιές, μια
τελευταία ματιά στο δωμάτιο..
Ένα χαρτάκι στο κομοδίνο σκεπασμένο
μη το πάρει ο αέρας,
επιμελώς κρυμμένο και πάνω του
μερικές λέξεις. Φρικτό!
Γράμματα με μπλε στυλό με κείνον
το δικό του γραφικό χαρακτήρα
σε δυο σειρές, σκόρπιζαν δυστυχία
και συγχρόνως γαλήνη.
Είχε φτάσει το τέλος.
Ο αέρας σταμάτησε στην άκρη των
χειλιών..
βαριές σκιές στριμώχνονταν γύρω
από το τραπέζι του παιγνιδιού..
μες στο δωμάτιο η ανάσα βρήκε χώρο,
την ακινησία,
τη σιωπή, η μοναξιά της να
γαληνέψει..
tuki


1 σχόλιο :
Πότε μάτια μου ;
Πότε θα γαληνέψει αυτή η μοναξιά
Μοιάζει με βαρύ πολτό από βρώμικους ανέμους που γεμίζουν κάθε θαλάμι της καρδιάς, του μυαλού, του κορμιού ;
Πότε αυτός ο ουρανός θα γελάει και θα γελάμε δίχως την έγνοια του αύριο, του λίγου, του ανικανοποίητου?
Πότε ;
Αυτό ποιος θα μας το απαντήσει ;
Δημοσίευση σχολίου