16 Σεπτεμβρίου 2013

Μια μεταξοτυπία.


                                                                                ″ Bar  Τετάρτη,  Β. Καζάκος’ 93


Πιάνω το μολύβι να σας μιλήσω
μα δε σήμανε ακόμα η ώρα
μπερδεμένη η σκέψη,
η καημένη,
το γραφείο κι αυτό ανακατεμένο
μ’ ένα σωρό μικροπράγματα γεμάτο
όπως τα άφησα έτσι τα βρήκα.

Άρχισα από την αρχή
συλλογισμένη
λέξη δεν ξεστόμιζα
διώχνοντας τη σκόνη με ιεροτελεστία.
Κοιτούσα τις σημειώσεις
δεν ήθελα κάτι από κείνες
θύμιζαν πόνο
κοιτούσα μακριά..
Έβλεπα τον τοίχο
πολύτιμη η ζωγραφιά των αγγέλων
τα φτερά τους παρέσυραν το λογισμό μου
σε διανοητικά λημέρια.

Ένα σκίτσο όλο χρώμα
μια μεταξοτυπία,
ξαπόσταιναν οι άγγελοι
καθισμένοι στο μπαρ
τόσο ζωντανό,
φως φώτιζε το χώρο.
Άμα τους έβλεπες
αθώο το βλέμμα τους
έθρεφε την αγάπη την ιερή.

Θυμάμαι τότε
όταν διπλωμένος σε ρολό
ξεχασμένος στο συρτάρι του γραφείου
περίμενε κάποιος να τον αγαπήσει
και να τον βάλει σε κορνίζα.
Τα βλέφαρά μου βράχηκαν από θαυμασμό.
Το όνομα του καλλιτέχνη και το θέμα.
Θυμάμαι τη χαρά μου
όταν στα χέρια μου τον κράτησα
πως τις φουρτούνες εκεί θα τις ησύχαζα.
Έτσι τ’ αποφάσισα
η ματιά μου να πετιέται
να απλώνει τα φτερά..

Δε τελειώνει αυτή η ματιά
ανυπάκουη ξεστρατίζει
αφουγκράζεται τυλιγμένη στο φως
φτερουγίσματα,
στις λέξεις που γεννά η σκέψη..

tuki
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :