Μ’ ένα ποτήρι τσίπουρο νωχελικά κυλούσαν οι ώρες
κι εγώ κάτω από τις φυλλωσιές
πριν το ταξίδι του φθινοπώρου φτάσει
στο τέλος,
δε μου κάνει καρδιά να φύγω..
Ζεστές που’ ναι ακόμη οι αχτίδες
του ήλιου,
ρεμβάζω κι αναστενάζω στο δειλινό.
Πρώτη φορά δεν βιάζομαι
πρώτη φορά δεν τρέχω.
Τα μάτια μου παρακολουθούν,
επισκέπτης της επαρχιακής ζωής
ξυπνάω και κοιμάμαι νωρίς,
διασκεδάσεις απλές, μικροαστικές
διαδρομές με το ποδήλατο,
βρήκα καινούργια χαρά στη γη
που είναι μοναδική με τη λιτή
ομορφιά της.
Το τσίπουρο σκόρπισε
στο σώμα και στην ψυχή
κι ένα τσιγάρο,
θαλπωρή το ασβεστωμένο νοικοκυριό
αυτές τις ώρες,
πεθυμιά τούτα τα χώματα.
Άνθρωποι ζουν, ζώα και δένδρα
ο ουρανός αλλάζει χρώματα,
σύννεφα φανερώνονται με σχέδια όλο
και πιο συχνά
μέχρι να πέσουν οι πρώτες σταγόνες..
Το φεγγάρι σαν να ντράπηκε
έτρεξε να κρυφτεί,
μετά από τόσα φεγγαρόφωτα βράδια
γύρισε μπρούμυτα κι αποκοιμιέται
Η γόνιμη γη περιμένει..
Σ’ ένα ποτήρι ξαπόστασα
μ’ ένα φθινόπωρο που εξαγνίζει το
ματωμένο δίσκο.
Γεμίζουν τα σύρματα πουλιά κι ανοιγοκλείνουν
τις φτερούγες τους στις βαθύχρυσες
αχτίδες του ήλιου.
Σ’ ένα ποτήρι ξαπόστασε κι ο αέρας
γεμάτοι χυμοί που’ ναι οι καρποί..
Οι νοικοκυράδες στοιβάζουν στην
αποθήκη
τα σκόρδα και τα κρεμμύδια πλεξούδες,
σκοινιά οι λιαστές ντομάτες
γεμάτο το κόσκινο με σύκα τσαπέλες,
αιχμαλωτίζουν το φως απ’ το παράθυρο
γαληνεύει η τρικυμία της πείνας
πριν έρθει ο χειμώνας να είναι έτοιμα..
Κι έξαφνα η νοικοκυρά παίρνει σιτάρι
στη χούφτα της απ’ το σακί
σκορπά στην αυλή κράζοντας τις κότες,
ύστερα από τη θέρμη του καλοκαιριού
η ζωή αλλάζει ρυθμούς,
το πολύχρωμο πλήθος των εργατών φεύγει.
Μελίσσι οι μαθητές ζωντανεύουν τα
θρανία
η πλατεία γίνεται μέρα,
ο αέρας δροσερός..
Ριγεί νευρικά το ξερό χώμα
μέχρι να οργωθεί αλλά είναι νωρίς
το όραμα θα γενεί όταν τα φύλλα πέσουν
στη γη
όταν αλλάξει η σελήνη,
όταν λίγο ατίθαση πετάξει μακριά
σε άλλα δάση, πέλαγα κι ερήμους..
Περνάνε τα χρόνια,
το ίδιο φως φυλακισμένο
σε λάθος χρόνο κι εποχή
κατεβαίνει στις καρδιές μας
αυτό δεν μπορούν να το πάρουν
το ποτήρι γεμάτο τσίπουρο φτιάχνει
στίχους
απ’ αυτά τα χέρια τα δουλεμένα.
Πόσα χρώματα έφερε το φθινόπωρο
γέμισε τη μοναξιά, την έκανε όμορφη
ήρθε και σε μένα στο δρόμο που
περπατώ
δεν είναι συνηθισμένος,
καθημερινά και με προσοχή
στη φιλοσοφία του άλλοτε,
εκείνου του καιρού και των τωρινών
χρόνων
πως άλλαξαν τα πράγματα;
Να λιγοστεύουν τα ευρώ
και ν’ αυγαταίνουν τον καημό..
Τώρα οι σκέψεις μου μπερδεύτηκαν με
το οινόπνευμα
ξεπέρασα τον εαυτό μου,
τώρα θέλω τα μάτια μου να τα’ χω
κλειστά
τώρα θέλω να ‘ρχεσαι εσύ
να ξεκινάμε το ταξίδι μας
να μ’ ανεχτείς που αγαπώ τη γη,
τον ουρανό όταν βουρκώνω,
να ονειροπολώ στα μάτια σου
χορεύοντας αυτό το χορό,
μια μέρα τέτοια σαν και τη σημερινή
από αρώματα του φθινοπώρου..
tuki
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου