Σίμωναν τα βουνά
πότε γκρι ανοικτό και πότε μπλε
σκούρο,
έσφυζε ζωή το απομεσήμερο.
Μισάνοιχτη η πόρτα έμπαινε ο
αέρας.
Πάνω κάτω ίδρωνε το κορμί,
Σαββάτο σήμερα οι δουλειές δεν
περιμένουν.
Πριν πιάσει για τα καλά το κρύο
μικρές πινελιές οι αχτίδες του
ήλιου
αερίζουν τα ρούχα απ’ το
ντουλάπι..
Πώς άλλαξαν έτσι οι εποχές
πάει τρελάθηκε ο καιρός,
τρελάθηκε η φύση
κι από τέσσερις γίναν δύο.
Το προηγούμενο Σαββάτο έκαιγε ο
ήλιος το κορμί
και σήμερα μάλλον το βράδυ θα
χρειαστώ κουβέρτα.
Από ανθρώπου χέρι είναι αυτό
που η φύση δεν ξέρει τι κάνει
από το χέρι του οι συμφορές
όσες θα έρθουν.
Άλλαξαν όλα..
Οι συνήθειες, οι σκέψεις.
Οι άνθρωποι στο εγώ τους
δεν έχουν μάτια για τον ουρανό
καρδιά για να θαυμάσουν.
Έτσι για να θυμόμαστε
πως ήταν παλιά το φθινόπωρο,
πως ζούσαμε.
tuki
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου