Αν ήταν για το καλό
αντάρα να σηκώσω
να χρωματίσω σαϊτιά
μα βρίσκομαι στον πάτο.
Κοίτα η θάλασσα ξεγελάει
ήρεμη από τη μια, θεριό από την
άλλη..
Οι ρόλοι είχαν διανεμηθεί στο φως
μα οι συζητήσεις έσβηναν στο
σκοτάδι όταν έπεφτε η αυλαία
τα πούλια ήταν φανερά στημένα,
στο χρονικό έπεφταν πρώτα οι
φύλακες
μετά οι πύργοι
τελευταία η βασίλισσα,
Ρουά Ματ. Τρεις κινήσεις μελετημένες..
Εμείς με μάτια κλειστά πιέζαμε
τους κροτάφους.
Οι λάτρεις στη σκακιέρα του
παιχνιδιού περίμεναν
το κλικ της εκτέλεσης..
Το παρασκήνιο της σκηνής σαν και
του τόπου
έφτανε μακρύτερα, στα βογκητά που
ολοένα δυνάμωναν
τι κι αν ποτάμι έτρεχε το αίμα,
ένα αγαλματίδιο μπρούτζινο ήταν το
έπαθλο
μια φιλοσοφία πλανιόταν στον αέρα,
″τσάκισε τους δυνατούς με μια κίνηση″
οι άλλοι θα σταθούν μπροστά στον
τοίχο
από μόνοι τους στο απόσπασμα,
βάζουμε στοίχημα;
Πάνω στον γυμνό τοίχο η θάλασσα
άλλαξε χρώμα
εκδήλωνε όλο και πιο έντονα τη
δυσαρέσκεια
σαν το κλειδί που γύριζε την
κλειδαριά
έδινε παράσταση κι μια παράταση
χρόνου
για τον κόσμο που εξακολουθούσε να
πιστεύει
ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει και
ποτέ δε θα άλλαζε,
χρωμάτισε το νερό χρυσαφί σαν το
τοπίο που φαινόταν στην κορνίζα..
tuki

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου