4 Ιουνίου 2013

Ήθελα να κάνω ένα θαύμα..


Ταλάνιζα την σκέψη μου καθώς γύριζα απ’ τη δουλειά
αν θα κάνω μια στάση στο βενζινάδικο της γειτονιάς
σαν καμιά νεόπλουτη που πλένει δυο φορές το αυτοκίνητο την ‘βδομάδα
ή θα πήγαινα ταξίδι γιομάτο κοκκινόχωμα
ή θα ‘δινα τα λιγοστά ευρώ σε δυο σκουρόχρωμα χέρια να το γυαλίσουν..
Είχα κηρύξει πόλεμο μες στο μυαλό, στα περιστέρια και στη βροχή για την κατάντια.
Για τους απλήρωτους λογαριασμούς, έστριψα τελευταία στιγμή..

Κάθισα στο τραπεζάκι όσο αυτό να ετοιμαστεί, ρούφηξα τον καπνό απ’ το τσιγάρο
μέχρι που το βλέμμα μου έμεινε σ’ αυτόν που κόντευε να πέσει απ’ την καρέκλα.
Κοιμόταν και δε κοιμόταν, απεριποίητος με το κεφάλι σκυμμένο ξεχείλισε πάνω της.
Με μάτια κλειστά, μάτια γεμάτα εγκατάλειψη βύθιζαν την μορφή του.
Ώμοι σκυφτοί, μαλλιά δεμένα..  Η κοίλη ξεχώριζε στην φουσκωμένη κοιλιά μέσα απ’ την φόρμα, άφηνε τα παχύσαρκα πόδια του ακάλυπτα στους αστραγάλους να φαίνονται πρησμένα.. Ένα πρόσωπο παραμορφωμένο χωρίς ζωή.  
Φώναζε χιλιόμετρα από μακριά κι από κοντά, βοήθεια! Δε μπορώ, δεν έχω δύναμη, ελπίδα. Μόνος μέσα στον κόσμο, άρρωστος, απελπισμένος!  Άνθρωπος είμαι, μα ποιος να το νοιώσει;  Κράτος και πρόνοια.. Κεφάλαιο και τάξη..
Σφίγγω τα χέρια μου, καταπίνω το σάλιο..
Όλοι εμείς, όσοι τον βλέπουν και προσπερνάνε, γιατί να σταθούν δεν περισσεύει χρόνος.  Δεν περισσεύει συμπόνια. Δεν έμεινε για τον ρωμιό. Δεν θέλει σκοτούρες άλλα προβλήματα, δεν ξεστομίζει ούτε από συνήθεια μια λέξη παρήγορη. Ούτε ένα βλέμμα. Στη γειτονιά, στο παγκάκι, στο δρόμο τα κομμάτια του.
Ας τον αφήσουμε έτσι, χαμένο, διπλωμένο στα τέσσερα. Κι εμείς τι φταίμε;  Κι όλα τα παραπάνω, ψιλά γράμματα.. Ανύπαρκτα στην εξουσία.  Άλλα είναι σημαντικά. 
Οι εθνοσωτήρες! Μέσα στα τείχη κι έξω απ’ τα τείχη. Σε όλους εμάς, δίπλα μας υπάρχουν ας γυρνάμε το κεφάλι, ας ματώνει η ψυχή μου. Σκουπιδάκι στο παπούτσι τους..

Τι σπαραγμός, ποιο ριζικό τον έριξε στην απελπισία;  Ποιος θεός ήθελε τέτοιο παιδεμό ή ποιος δαίμονας; Ένα παλικάρι που μαράζωνε αμίλητος στη γωνία, πίσω από τους άλλους κρυμμένος..
Ερωτήσεις γεννιόνταν η μία πίσω από την άλλη, πνιγόμουν.
Εικόνες πέρασαν από το μυαλό μου, μάτια βουρκωμένα - χέρια αδειανά,
σκέψεις τελματωμένες.. Πόνος κι οργή για το κατεστημένο.
Ποια μάνα τον έκλαψε ζωντανό νεκρό, ποιος αδελφός;
Ποιο κρεβάτι αδειανό, ποιο χέρι του απλώνει το χέρι να το δει, υπάρχει κανείς;
Κανείς!!
Μόνος κι απόκληρος, χωρίς φίλους, βυθισμένος νύχτα και μέρα.

Άρχισαν να κυλούν δάκρυα, δάκρυα που δεν μπορούσα να σταματήσω.
Ήθελα για λίγο, αν γινότανε, λίγα μόνο δευτερόλεπτα να του χαρίσω τον κόσμο όλο,
αυτόν που έχασε πριν συναντήσει την δυστυχία, να τον κάνω δικό μου παιδί..
να τον κρατήσω.. λόγια ελπίδας να του ψιθυρίσω να μη πονάω για κείνον..
Δεν ξέρω πως θα φαινόταν, αν ήταν λόγια παχιά, ψεύτικα στα μάτια άλλων.. αν μέσα μου άντεχα τέτοιο βάρος,  αν.. αν μπορούσα να αλλάξω το κατεστημένο.
Ήθελα να κάνω ένα θαύμα, να έκοβα από μένα για να δώσω σε κείνον..
Έναν άγνωστο που ένοιωθα ν’ αγαπούσα, λίγη χαρά - ένα όνειρο για δυο λεπτά,
πως αξίζει η ζωή του στα χέρια μου, να προσπαθήσω..

Η φωνή μου ελπίδα να φέξει!

tuki

1 σχόλιο :

Λιακάδα ☼ είπε...

Θα φέξει...
Εδώ τριγύρω κι εγώ... :)