10 Ιουλίου 2013

το σούρουπο..


Κάποιο βραδάκι όταν τα χρώματα
θα βάφουνε τον ουρανό
τότε κι εγώ ένα μαζί τους θα γίνω
να μη ξεφεύγει το βλέμμα μου από τις έγνοιες πίσω.

Μια πινελιά φως γύρω από τα σύννεφα
που απορημένα θα με κοιτάζουν
μια ηλιαχτίδα ανάμεσα τους,
ψίθυρος οι νότες στα χείλη μου.

Μια βεντάλια στα ακροδάχτυλα
χωρίς ούτε μια στάση
δίνει μια γεύσης δροσιάς.
Ξυπνούν συναισθήματα, κινούν τα νήματα
-τ’ ανασταίνουν
τα κουρασμένα κύτταρα ζητούν
αντοχή μέσα στις λέξεις.

Μια σβούρα ο χρόνος γυρίζει, γλυκαίνει τ’ όνειρο.
Ευθύνη το άλλο μου μισό που ως το τέλος
βέλη ρίχνει σαν τη σιωπή σε κρίσεις πανικού.
Κι ο φόβος ένα τούλι ξεμακραίνει
όταν με ταξιδεύουν τα χρώματα.

Ο τόπος ένα σεργιάνι,
μέσα στα μποστάνια μεγάλωσα
τέτοια εποχή είναι γιομάτος
λογής καρπούζια και πεπόνια.
Θύμησες τα βήματα μου στο χωριό
στις ρούγες τα τζιτζίκια
με μυρωδιές βασιλικού στον αέρα,
χρόνια τώρα η ψυχή μου τα νοσταλγεί
σαν μια ανάγκη να μιλήσω
και να ανακουφιστώ, από την πρώτη λέξη
λες κι ήπια ένα καλό μπουκάλι κρασί..

Μιλούν οι πέτρες κάτω από την ομπρέλα του ουρανού
αφήνουν τη σκιά τους κι αλλάζουν χρώματα,
πίσω από τα σύννεφα και τον ήλιο
ποτίζουν αναμνήσεις τα λόγια του πατέρα
που ώρες ώρες νοιώθω ακόμη το φιλί του,
..ρίξε στη γλάστρα λίγο νερό..

tuki

1 σχόλιο :

Damaged Pessimist είπε...

Ρίξε να ποτήσει... Πρόσεχε όμως, μην είναι μέρα, και βράσει το φυτό. Ας είναι νύχτα, να μείνει δροσερό. Νύχτα να φυσάει και να δροσίζει...

Καλό σου βράδυ!