Ανέβαινα στο απέραντο με τις πρώτες
αχτίδες
κι η καρδιά μου ξέχειλη δε μπορούσε
να σταματήσει
τον πέμπτο χτύπο μετρώντας ανάποδα
στα λογής τριαντάφυλλα τυλιγμένα στο
πράσινο
που ’χαν επάνω τους στάλες βροχής μέσα
στα δέντρα
εκεί έστεκε η μάνα, στο χλωρό χορτάρι
χωρίς να λυγίζει έτοιμη να αγκαλιάσει
με πνεύμα όλους εκείνους που την είχαν
ανάγκη.
Σάλευε, ένοιωθες την ανάσα.
Κοιτούσα τις γραμμές στο πρόσωπο
βυθιζόμουν στη μεθυσμένη ευτυχία
πλουμισμένο στην αρχαία παράδοση
μυστηριώδη γυναίκα
όλα τα πρόσωπα μαζί,
τριανταφυλλένια.
Την έβλεπα κυρά,
ακατανίκητη στον στρόβιλο
που ξυπνάει στην πείνα και χαϊδεύει
τη γη,
απλοϊκή κι αγράμματη στον έρωτα..
Θεέ μου πόσο γλυκός είναι ο κόρφος
της
ένα ποτήρι θα πιω, για χάρη της
-γύρω στα μεσάνυχτα-
το άτι θα καβαλήσω στην απέραντη
πεδιάδα
ανοιξιάτικη γιορτή, σαν τον Άι-Γιώργη
που πλησιάζει
ένα όραμα μπροστά στις φλόγες,
με γράμματα του αλφαβήτου θα
επιστρέψω
για να μην αφήσω να χαθεί τίποτα,
απ’ αυτά που πάσχιζαν οι παλιοί
γιατί η μάνα χιμά μπροστά, καλεί
και φωνάζει
μ’ αγάπη, για να σώσει τα παιδιά της..
tuki
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου