7 Αυγούστου 2013

Σκούρο το ρούχο του ουρανού..


Ήρθε η ώρα, πάλι να πω,
δυο κουβέντες σαν να’ ταν στερνές
που ζωντάνεψαν στα χείλη.
Αλαφροΐσκιωτα, τα μάτια μου αναγγέλλουν φόβητρο.
Κι όσο ήθελα να σημαδεύω το γέλιο τόσο αυτό κρυβόταν.
Κι όπως κοιτούσα τις φλέβες μου στα χέρια
που τροφοδοτούσαν την καρδιά, τικ τακ σαν ρολόι
ακουγόταν και σαν μηχανή, που αγκομαχάει στην ανηφόρα.
Λίγο αλάφρωσα με τα πουλιά, δεν τη φοβούνται την πείνα
κι αν τη φοβούνται, ο νου τους δεν τα αρρωσταίνει..

Κοίταξα τον ορίζοντα, κεραίες φαίνονταν
σήματα μορς αντανακλούσαν οι ηλιακοί
και τα σύννεφα με είχαν κυκλώσει.
Είδα μέχρι εκεί που το μέσα μου λιγόστευε το οξυγόνο.
Δύσκολα μου φαίνονταν όλα, δεν υπήρχαν λέξεις.

Αύριο μονολογούσα..
Αύριο.., όσοι διαβούν τις πύλες, εχθροί θα είναι στα μάτια των λίγων.
Όσοι χαμογελούν είναι στα σπίτια τους με γεμάτη κατσαρόλα
κι όσοι, θα θέλουν να πάνε στους γιατρούς δεν θα μπορούν,
αυτοί είναι ήδη, καταδικασμένοι από σήμερα..

Σαν έρθει η στιγμή ν’ απαντήσεις για τα όνειρα
αυτά πέφτουν από το τρύπιο κόσκινο στο δρόμο,
καταπατούνται σαν όλα τα κοινωνικά δικαιώματα.
Η γνώση έγινε κρυφό σκολειό, στα σκοτεινά σαν τότε..

Πώς να μην μου στερεύει το οξυγόνο;
πως τα μάτια να μην αναγγέλλουν φόβο,
πως τη μαγκούρα του ρωμιού να τη ρίξεις στη φωτιά;
Σκούρο το ρούχο του ουρανού γέμισα πανικό
στη δύνη του χρόνου φοβάμαι,
φοβάμαι.. τους κλέφτες που ορίζουν τη ζωή μου.

tuki


Δεν υπάρχουν σχόλια :