23 Ιανουαρίου 2013

πόλη μου στέρεψες


Πάτησα λακκούβες, τραντάχτηκα στο δρόμο τον φιδωτό
λίγο έλειψε το αυτοκίνητο να ξύσω στο φτερό
με φούρια πήγαινα να προλάβω το φανάρι.
Κόντρα με προσπέρασε ο ηλεκτρικός γεμάτο κόσμο
ο θόρυβος σκέπασε τη μουσική του ραδιοφώνου
δεξιά κι αριστερά αλλόθρησκοι περπάταγαν
με καρότσια, μάζευαν σκουπίδια, παλιοσίδερα
ότι στα μάτια τους θα τους έδινε παρά,
μέρα ήταν- δεν είχε σύννεφα.
Μέρα καθαρή χωρίς νεφέλη στην ατμόσφαιρα,
δίχως υγρασία σαν η μέρα να ήταν μέρα της Άνοιξης.
Φωνές πολύβουες με ξενική προφορά έσμιγαν
με τη φασαρία του δρόμου, τα κορναρίσματα.
Κι ένοιωθες ένα μελίσσι στο κέντρο της πολιτείας
που σ’ εξόριζε στην άλλη άκρη να πας
κοντά στη φύση, στα άφρακτα κτήματα με δάση
και πεύκα φουντωτά, που οι μόνοι ήχοι
σαν μελωδία γεννιούνται από τον διάφανο αγέρα.

Από πού ν' αρχίσω, θεέ μου δακρύζω
θάνατος η σύγκρουση χορεύει νεκρή η ματιά μου
πως όλα θ' αλλάξουν σε παραμυθιάζω ψυχή μου
μύρια τα άλυτα ζητήματα,
κρυμμένη υποκρισία σιγορούφησε όση ζωή απέμεινε.

Κι εγώ θλίβομαι,
ω! πόλη μου στέρεψες από δέντρα και πεζοδρόμια
κρύφτηκαν οι αγέρηδες από τις πολυκατοικίες
σκόρπισαν πληγές στους υπόνομους.
Ρίζωσα να οργώνω δρόμους να σε διαβαίνω
χωρίς να σ' αναγνωρίζω, δίχως ν' αναπνέω.
Κάθε φανάρι μία ζητιανιά
δυο μάτια, που σε κοιτούν με το χέρι αδειανό
κρυφά στέκονται ζωντανοί νεκροί.

Σιδερένιος πόνος φτερούγισε λίγο πιο κάτω
χαλάσματα ενός πολιτισμού γεμάτα μούχλα
στοιβαγμένα, αφύλακτα στο έλεος.
Ήθελα να φωνάξω σαν μαινάδα
να σατιρίσω τη λαμπρότητα που ήξερα
μα ίσως μόνο γέροι με νοιώσουν,
σ΄όλους αλαφροΐσκιωτη θα φανώ.

Πόλη μου τι άλλο αναπάντεχο θα σε οδηγήσει
να σβήσεις ολότελα;
Εσένα που όλα τ’ αστέρια σε υμνούν,
εσένα που ο ήλιος σου ομορφαίνει τη σκέψη
χρυσάφι η ιστορία σου να βασιλέψει,
να είναι η ώρα μιας άλλης εποχής
να πλημμυρίζει ο ουρανός στα πόδια σου.

tuki

Δεν υπάρχουν σχόλια :